Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ANAΜΝΗΣΕΙΣ


«Τα Χριστούγεννα είναι μια μαγική κουβέρτα η οποία τυλίγεται γύρω μας, τόσο απροσδιόριστη σαν άρωμα. Μπορεί να αναδύει μια αίσθηση νοσταλγίας. Τα Χριστούγεννα μπορεί να είναι μια γιορτή φιλοξενίας και προσευχής αλλά πάντα θα είναι μια γιορτή θύμησης, μια μέρα που όλοι σκεφτόμαστε αυτούς που αγαπήσαμε».

Augusta E. Rundell


Παραμονή Χριστουγέννων ο καιρός μουντός, , κρύο που περονιάζει τα κόκαλα ,το Κουδούνι απέναντι έχει αρχίσει σιγά σιγά να φοράει την κάτασπρη φορεσιά του.Σήμερα σηκωθήκαμε πρωί πρωί , είχαμε βλέπεις συνεννοηθεί αποσπέρας όλη η παρέα να πάμε να πούμε τα κάλαντα. Το σχέδιο είχε βγει, πρώτος μας σταθμός η Παλιανή και μετά το χωριό. Στην Παλιανή όποιοι πήγαιναν πρώτοι πετύχαιναν τις καλόγριες μετά την πρωινή λειτουργιά και έβγαζαν καλό χαρτζιλίκι, μετά ο κορβανάς λιγόστευε και περιορίζονταν στα καρύδια, τ’ αμύγδαλα άντε και κανένα μελομακάρουνο, σκέτη απογοήτευση δηλαδή.
Αφού ήπιαμε το τσάι με το ζυμωτό παξιμάδι και τις φρέσκες σταφιδολιές, σαρακοστή βλέπεις και έπρεπε την άλλη μέρα ανήμερα των Χριστουγέννων να κοινωνήσουμε, εφοδιαστήκαμε με το μπετόνι για το λάδι, το αυτοσχέδιο τρίγωνο καμωμένο από λεπτό σίδερο η χοντρό τέλι, απ΄αυτό που χρησιμοποιούσαν για τις άγκυρες στους οψιγιάδες, και το φιαμπιόλι, τη φλογέρα από καλάμι, φορέσαμε τα σακάκια μας και κατηφορίσαμε το δρόμο για το μοναστήρι.

Στο Χαλκιδιό έξω από την φάμπρικα του Σακαλή κοντοσταθήκαμε, από τις στριγκλιές των χοίρων που έσφαζαν. Η παιδική περιέργεια μας ώθησε και μπήκαμε μέσα. Το θέαμα ήταν αποτρόπαιο και παράλληλα εντυπωσιακό. Δυο τρεις χοίροι σφαγμένοι σε μια λίμνη αίματος, ενώ μερικά παιδιά τσαλαβουτούσαν ξυπόλυτα μέσα στο ζεστό αίμα, για να γιάνουν λέει τα πόδια τους από τις μαργοτίδες (χιονίστρες). Πιο πέρα σε καζάνια ζέσταιναν νερό και ζεμάτιζαν τους χοίρους αφού πρώτα τους κάλυπταν με λινάτσες και τσουβάλια για να βγάλουν τις χοντρές γουρουνότριχες...
Εκείνη την εποχή κάθε σπίτι στο χωριό ανέθρεφε το δικό του χοίρο και η σφαγή τους την παραμονή των Χριστουγέννων ήταν ιεροτελεστία.Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο από το χοίρο των Χριστουγέννων (1), για κάθε κομμάτι του ζώου υπήρχε κάποια χρήση. Ο χοίρος μετά το σφάξιμο κρεμιόταν ανάποδα από ένα ξύλο αγριελιάς , το χοιρόξυλο για να σουρώσει από τα υγρά του στο στόμα του χώνουν κι ένα νεράτζι, την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, έκοβαν το κρέας του και έφτιαχναν: λουκάνικα , απάκι , τσιλαδιά (πηχτή) , σύγλινα, ομαθιές και τσιγαρίδες.
Ο οικοδεσπότης ποτέ δεν έσφαζε το δικό του ζώο, πάντα σε παρέες ,ο ένας έσφαζε το ζώο του άλλου, ενώ δεν έλειπαν τα χωρατά και τα πειράγματα.
Η νοικοκυρά τηγάνιζε το σκώτι του σφαγμένου χοίρου και το πρόσφέρε στους μακελάρηδες με κρασί για τον κόπο τους, ευχαριστημένοι το τρώνε πίνουν και το κρασί βιαστικά στα όρθια, εύχονται στους νοικοκυραίους : «καλοφάωτο, χρόνια πολλά και του χρόνου» και φεύγουν, έχουν πολλά σπίτια να επισκεφτούν και πρέπει να τα προλάβουν όλα.
Από την επίσκεψη μας αυτή βγήκαμε κερδισμένοι, αφού ο μπάρμπας μου, μας έδωσε την φούσκα (ουροδόχο κύστη) ενός χοίρου για να την κάνουμε μπάλα προς το παρόν όμως τη φυλάξαμε σ'ένα σακούλι γιατί ήθελε προετοιμασία, καλό καθάρισμα με ζεστό νερό και επεξεργασία με στάχτη και μετά χτύπημα σε μια ίσια πέτρα ώσπου να στεγνώσει. Πριν τη φουσκώσουμε βάζαμε δυο-τρία σπυριά καλαμπόκι ή ρεβύθια μέσα για θόρυβο, μετά φούσκωμα με το στόμα και η μπάλα ήταν έτοιμη για παιγνίδι.
Αφήνοντας πίσω μας το θυσιαστήριο των χοίρων συνεχίσαμε το δρόμο μας , κάνοντας μια στάση μόνο στην πάνω βρύση, στον Αη Μάμα για να πιούμε νερό. Η επίσκεψη μας στο Μοναστήρι στέφθηκε με επιτυχία , καθώς ήμασταν σχεδόν από τους πρώτους που φτάσαμε εκεί. Οι καλόγριες μας υποδέχτηκαν, εμείς τους είπαμε τα κάλαντα και γυρίσαμε πίσω με αρκετά φραγκοδίφραγκα, το μπετόνι γεμάτο λάδι και αρκετά καλολοϊδια.
Το ίδιο σκηνικό συνεχίστηκε και στο χωριό γυρίζοντας το πόρτα πόρτα απ’άκρη σ’άκρη.

– Να τα πούμε φωνάζαμε…. – Καλώς τσοι, κοπιάστε μέσα και βέβαια να τα πείτε!, μας έλεγαν.
Και εμείς αρχίζαμε πάντα με τον ίδιο σκοπό

Καλήν εσπέρα άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας
Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ’αρχοντικό σας
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη….(2)

Κάθε νοικοκυρά μας φίλευε με ότι είχε λάδι, καρύδια, σταφίδες, ξερά σύκα και σπάνια χρήματα, κυρίως όμως με καλοσύνη και χαμόγελο.
Περιδιαβαίνοντας τα σοκάκια του χωριού η ατμόσφαιρα μύριζε καμμένο ξύλο από τα τζάκια και τις ξυλόσομπες, θυμάμαι τα σπίτια με τα κάτασπρα κατώφλια, τ'ασβεστωμένα από τις νοικοκυρές για να υποδεχτούν τις γιορτές και τον καινούριο χρόνο. Τα σπίτια ήταν απλά, φτωχικά αλλά και πεντακάθαρα στρωμένα με πολύχρωμες κουρελούδες και στολισμένα με πλεκτά τραπεζομάντηλα και σεμέδες.
 Έτσι σιγά σιγά πέρασε η μέρα. Πουλήσαμε και το λάδι, στου Σπύρου του μπακάλη και μοιράσαμε τα κέρδη.
Πριν βραδιάσει επιστρέψαμε στα σπίτια μας εξουθενωμένοι αλλά και ευχαριστημένοι από το γερό κομπόδεμα στο μυαλό μας κάναμε σχέδια που θα το ξοδέψουμε.
Τα καφενεία του χωριού είναι ασφυκτικά γεμάτα, λόγω του κρύου η ρακί κατεβαίνει εύκολα, οι συζητήσεις περί πολιτικής και για άλλα καυτά θέματα είναι πολύ έντονες.
Τα γεροντάκια γύρω από την αναμμένη σόμπα διηγούνται ιστορίες και ανδραγαθήματα περασμένων χρόνων.

Στο σπίτι η ατμόσφαιρα μοσχομυρίζει από τις χριστουγεννιάτικες λιχουδιές η μάνα μου ετοιμάζεται να σιροπιάσει τα μελομακάρουνα, ενώ τα χριστόψωμα (3) που είχαν ψήσει από νωρίς στο ξυλόφουρνο της θειάς μου είναι ακόμη ζεστά και η δουλειά δεν τελειώνει, πρέπει να πλύνει καλά τα εντόσθια του χοίρου, προπαντός τα έντερα για τα λουκάνικα χρησιμοποιώντας με δεξιοτεχνία τον «αδράκτη» για να τα γυρίσει ώσπου να είναι σίγουρη για την καθαριότητα.
Η απόπειρα μας να τσιμπολογήσουμε με τα’αδέρφια μου, πήγε άκαρπη καθώς κάθε σκέψη διακόπηκε κάτω από το αυστηρό βλέμμα της μάνας μου.
- Να κάνετε μπάνιο και να πάτε για ύπνο, σε λίγο ξημερώνει Χριστούγεννα και θα πάμε στην εκκλησία να μεταλάβετε, είπε.

Ετοιμαστήκαμε αλλά ύπνος δε μας κολλούσε , η προσμονή για τη γέννηση του Χριστού μας κρατούσε σε αγωνία. Μαζευτήκαμε γύρω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο,(4) χαζεύοντας τα στολίδια και τα πολύχρωμα λαμπιόνια και κάθε λίγο κοιτάζαμε από το παράθυρο στον ξάστερο ουρανό μπας και δούμε τ’ άστρο της Βηθλεέμ. Ωστόσο γύρισε και ο παππούς μου από το καφενείο, σαν τις μέλισσες μαζευτήκαμε γύρω του, παρακαλώντας τον να μας πει ιστορίες για τα Χριστούγεννα κι’ αυτός μας έλεγε για την γέννηση του Χριστού, για τον Ηρώδη, για τα καρακατζόλια (5) και για τους καλικάντζαρους (6).
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα ακούγεται ο γλυκός γνώριμος ήχος της καμπάνας της Ευαγγελίστρας καλώντας μας στην Εκκλησία για το μεγαλείο της Θείας Γέννησης. Ο παπάς ψέλνει το «Χριστός γεννάτε σήμερον».
Οι Βενεραθιάνοι με κατάνυξη παρακολουθούν την Θεία λειτουργία, οι γριούλες κάνουν συνεχώς μετάνοιες και σταυροκοπιούνται. Βασανισμένες μορφές, τυραννισμένος κόσμος, λιπόσαρκα ρουφηγμένα πρόσωπα, ροζιασμένα ευλαβικά χέρια.
Τα παιδιά λίγο ακατάστατα στεκόμαστε όρθια μπροστά στο ιερό της εκκλησιάς, ψιλοτσακώνομαστε για το ποιος θα κρατάει τις λαμπάδες και κρυφογελούμε με το αστείο πρόσωπο και τις γκριμάτσες του καντηλανάφτη.
Μετά η Θεία Κοινωνία «λάβετε φάγετε τούτο εστί το σώμα μου …πιείτε εξ αυτού πάντες τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον είς άφεσιν αμαρτιών".
Όταν σχολάσει η Εκκλησία όλοι ανταλλάσσουν ευχές: «Χρόνια πολλά και του χρόνου νάμαστε καλά » κ.λπ. Μετά πηγαίνουμε βιαστικά στα σπίτια μας το κρύο ανυπόφορο, μας περιμένει ζεστή σούπα αυγολέμονο, από κόκορα σπιτικό, η σαρακοστή τελείωσε, Δόξασει Ο Θεός.

Την ημέρα των Χριστουγέννων όλοι ξυπνούν αργά, η μάνα πριν αρχίσει να ετοιμάζει το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι θα βάλει σ΄ένα σακούλι, ένα καλό κομμάτι κρέας, τυρί, μελομακάρουνα, ένα χριστόψωμο και ένα μπουκάλι κρασί, θα τα δώσει στον μικρό γιο της και θα τον στείλει στο σπίτι της χαροκαμένης χήρας και τα ορφανά της με την αρμήνια: «αν σε ρωτήξει κιανένας που πας εσύ αχνιά δε θα βγάλεις, ήκουσες ;»
Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι πλούσιο. Όλοι οι συγγενείς μαζί. Σε όλα τα σπίτια το ίδιο διαιτολόγιο: χοιρινό στο ξυλόφουρνο, τσιτσιριστό (χοιρινό μαγειρευτό),τυρί, μυζήθρα σαλάτα με άγρια χόρτα και καλό κόκκινο σπιτικό κρασί

Την επαύριο των Χριστουγέννων, γιορτάζουν και την ονομαστική τους όσοι φέρουν το όνομα Χρήστος, Χριστίνα και Μανόλης, τα σπίτια τους ανοιχτά δέχονται επισκέψεις όλες τις ώρες. Εμείς πήγαμε στο σπίτι της θειάς μου, γιόρταζε ο μπάρμπας μου ο Χρήστος. Η θειά μου ευγενικιά και χαμογελαστή ,μας υποδέχεται όλους με ιδιαίτερη ευχαρίστηση , τους μεν άντρες τους κερνά με φρεσκοψημένο χοιρινό κρέας και κρασί, τις δε γυναίκες με μελομακάρουνα, γλυκό του κουταλιού, σπιτικό λικέρ ή καφέ, έχει και τηγανίτες με πετιμέζι, για μας τους μικρούς, καθώς και καρύδια, ξερά σύκα και κιοφτέρια που τα κρατούσε κρεμασμένα στο ταβάνι στην αποθήκη του σπιτιού....
Την επόμενη μέρα πήγαμε με τον ξάδερφο μου στα σώχωρα και στο σχολειό για να μαζέψουμε κυπαρισσόφουντες για να καπνίσουμε τα λουκάνικα και τ' απάκια που η μάνα τα είχε κρεμασμένα στο μεγάλο τζάκι του παππού μου, που προοριζόταν αποκλειστικά γι' αυτή τη χρήση.

Οι μέρες που μας χωρίζουν από την πρωτοχρονιά είναι όλες γιορτάσιμες, στα σπίτια οι νοικοκυρές ετοιμάζουν τους κουραμπιέδες για την πρωτοχρονιά και την τσιλαδιά με το κεφάλι και τα πόδια του χοίρου, στα καφενεία όλοι γελαστοί και χαρούμενοι αλληλοκερνούνται, οι ίδιες έντονες συζητήσεις, πάντα οι ίδιοι να παίζουν χαρτιά και ζάρια και θα συνεχίσουν έτσι μέχρι να το "βαφτίσουν" τα Φώτα. Τα καφενεία της πλατείας πάντα έχουν την μεγαλύτερη κίνηση, στα μπακάλικα του Κατσεκογιάννη, του Σπύρου,της Όλγας και της Καραμανώλενας στο πάνω χωριό αλλά και του Βασίλη, του Καραβέλα και του Τσικαλάκη στο Χάνι πουλάνε απ΄ όλα, συνέχεια μπαινοβγαίνει κόσμος για ν΄ αγοράσει κάτι. Στο καφενείο του Πατσιμάρη η κυρά Φωφώ πάντα έχει έτοιμο σπιτικό φαγητό για τους περαστικούς από το χωριό.


Παραμονή πρωτοχρονιάς τα παιδιά θα πάμε πάλι από σπίτι σε σπίτι για να πούμε και πάλι τα κάλαντα.

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά

ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι' αρχή καλός μας χρόνος ...(7)

Το βράδυ οι οικογένειες, μαζί με συγγενείς και φίλους μαζεμένοι σ' ένα σπίτι περιμένουν την αλλαγή του χρόνου, τραγουδώντας, χορεύοντας και παίζοντας τριανταένα για το «καλό του χρόνου».
Πλησιάζοντας μεσάνυκτα όλων τα μάτια είναι καρφωμένα πάνω στο ρολόι του σπιτιού μετρώντας τα τελευταία δευτερόλεπτα του χρόνου που φεύγει. Δώδεκα η ώρα ακριβώς από όλες τις γειτονιές του χωριού ακούγονται απανωτοί πυροβολισμοί, έθιμο για το καλωσόρισμα του καινούργιου χρόνου. Ακολουθούν οι σχετικές ευχές μετά την αλλαγή του χρόνου, κόβεται και η βασιλόπιτα. Ο αρχηγός της οικογένειας αρχίζει με επισημότητα το κόψιμο της πίτας. Πρώτο κομμάτι του Χριστού, μετά του σπιτιού, κι ύστερα των παρευρισκόμενων. Σ' όποιου το κομμάτι βρεθεί το νόμισμα, εκείνος θα είναι και ο τυχερός της χρονιάς μετά σιγά-σιγά πάει ο καθένας στο σπίτι του για ύπνο. Πολύ άντρες πάνε στα καφενεία που θα το στρώσουν στα χαρτιά και στο ζάρι μέχρι που θα ξημερώσει για καλά.
Το πρωί της πρωτοχρονιάς όλη η οικογένεια πήγαμε στην εκκλησία. Μαζί μας πήραμε και μια εικόνα του σπιτιού, για να λειτουργηθεί και να κάνει το ποδαρικό (8) στο σπίτι.
Είναι η καλύτερη μέρα του χρόνου για μας τα παιδιά, καθώς οι παπούδες μας οι θείοι μας, οι σαντόλοι και άλλοι συγγενείς θα μας κάνουν την καλή χέρα (9), αφού πρώτα τους κάνουμε το ποδαρικό, αλλά και χωρίς αυτό, δίνοντας μας δηλαδή κάποιο χρηματικό ποσό για την "καλή χρονιά"(10)
Οι μέρες θα κυλήσουν έτσι εορταστικές, μέχρι τα Φώτα όπου με τον Μεγάλο Αγιασμό (11. 12) θα ευλογηθούν τα νερά, εμείς θα λάβωμε φώτιση και οι καλικάντζαροι θα επιστρέψουν στα έγκατα της γης μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.
Βιώματα και ιστορίες που ποτέ δεν θα ξαναζήσουμε γιατί ίσως ήμασταν από τις τελευταίες γενιές που έζησαν στο χωριό με τις παραπάνω εμπειρίες και τα πατροπαράδοτα έθιμα των ημερών. Οι αναμνήσεις μας είναι βάλσαμο και κάθε χρόνο τέτοιες μέρες νοερά γινόμαστε παιδιά στις γειτονιές του Βενεράτου ζώντας τα καλύτερα Χριστούγεννα.

"ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΕ ΥΓΕΙΑ !!!"

ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
1.Ο χοίρος των Χριστουγέννων
Ο λαογράφος Κώστας Καραπατάκης στο βιβλίο του «Το δωδεκαήμερο, παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα» αναφέρει πως οι Ρωμαίοι θυσίαζαν χοίρους στους θεούς Δήμητρα και Κρόνο για να τους ευνοήσουν στην καλλιέργεια της γης. Αυτό συνέβαινε στο διάστημα από 17-25 Δεκεμβρίου, δηλαδή την περίοδο κατά την οποία γινόταν η σφαγή των ζώων και πριν από λίγα χρόνια
Το έθιμο της Γαλοπούλας έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό το 1824 μ.Χ. Έχει διαδοθεί αρκετά και στην Ελλάδα και έχει αντικαταστήσει το χοιρινό κρέας σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι τελείως


Στην Κρήτη παλιότερα ήταν έθιμο να μεγαλώνει κάθε οικογένεια στο χωριό ένα γουρούνι, το «χοίρο», όπως το έλεγαν. Ο χοίρος σφάζονταν την παραμονή των Χριστουγέννων κι ήταν το κύριο Χριστουγεννιάτικο έδεσμα.
Την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, οι χωρικοί έκοβαν το κρέας του χοίρου και έφτιαχναν:
λουκάνικα: γέμιζαν το λεπτό έντερο του χοίρου από ψιλοκομμένο με μαχαίρι χοιρινό κιμά με μυρωδικά και ξύδι, στη συνέχεια τα κάπνιζαν στο τζάκι.
απάκια: καπνιστό κρέας
τσιλαδιά (πηχτή ): αφαιρείται κάθε ίχνος κρέατος από το κεφάλι του γουρουνιού και όλα μαζί βράζονται. Ο ζωμός με ειδική προετοιμασία μετατρέπεται σε πηχτό ζελέ που μέσα του βρίσκονται τα κομμάτια του κρέατος.
σύγλινα, δηλαδή το κρέας του γουρουνιού κομμένο σε μικρά κομμάτια, που το έψηναν και το έβαζαν σε μεγάλα δοχεία και το κάλυπταν με το λιωμένο λίπος του ζώου. Το λίπος έπηζε μόλις έχανε τη θερμότητα του και το κρέας μπορούσε να διατηρηθεί έτσι για αρκετούς μήνες.
ομαθιές, τα έντερα του χοίρου γεμισμένα με ρύζι, σταφίδες και κομματάκια συκώτι.
τσιγαρίδες, κομμάτια μαγειρεμένου λίπους με μπαχαρικά που το έτρωγαν με ζυμωτό ψωμί για κολατσιό στην εξοχή, όταν μάζευαν τις ελιές.
γλήνα, το λίπος του χοίρου το οποίο αφού το έλιωναν το έβαζαν σε πήλινα κιούπια και το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική.
Ο χοίρος των Χριστουγέννων ήταν η βασική πηγή κρέατος για αρκετές εβδομάδες. Φυσικά αναφερόμαστε σε μια δίαιτα εξαιρετικά φτωχή σε κρέας, την περίφημη διατροφή της Κρήτης (Μεσογειακή Διατροφή), που χάριζε στους Κρητικούς των παλιότερων δεκαετιών υγεία και μακροζωία.
Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο από το χοίρο των Χριστουγέννων, για κάθε κομμάτι του ζώου υπήρχε κάποια χρήση. Ακόμα κι αυτή η ουροδόχος κύστη, η «φούσκα» όπως λέγεται, πλυνόταν και καθαριζόταν και μετά φουσκωνόταν και γινόταν μπάλα, πολύτιμο δώρο για τα παιδιά της εποχής εκείνης

2.Τα κάλαντα
Η λέξη κάλαντα προέρχεται από τη λατινική «calenda», που σημαίνει αρχή του μήνα, τραγουδιόνταν στην αρχή του μήνα, ενώ διαμορφώθηκε από το ελληνικό ρήμα καλώ.

Η ιστορία τους συνδέεται με την Αρχαία Ελλάδα. Έχουν βρεθεί αρχαία γραπτά κομμάτια παρόμοια με τα σημερινά κάλαντα (Ειρεσιώνη στην αρχαιότητα).
Τα παιδιά της εποχής εκείνης κρατούσαν ομοίωμα καραβιού που παρίστανε τον ερχομό του θεού Διόνυσου. Αλλοτε κρατούσαν κλαδί ελιάς ή δάφνης στολισμένο με καρπούς και άσπρο μαλλί (η λεγόμενη ειρεσιώνη, από το έριο = μαλλί), γύριζαν και τραγουδούσαν και τους έδιναν δώρα. Στις κλωστές έδεναν τις προσφορές των νοικοκύρηδων.
Στο Βυζάντιο κρατούσαν ραβδιά, ή φανάρια, ή ομοιώματα πλοιαρίων ή και κτιρίων, στολισμένα και τραγουδώντας, συνόδευαν το τραγούδι με κρούση τριγώνου ή τυμπάνου.

Πρόκειται για τραγούδια με ευχές για τον νοικοκύρη και τα άλλα μέλη της οικογένειας. Τα κάλαντα είναι μια πράξη τελετουργική, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη έχει ως αποτέλεσμα την ευημερία. Στα παλιά χρόνια τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, κρατώντας φαναράκια αναμμένα, άλλα φλογέρα ή φυσαρμόνικα και άλλα πάλι μαζί τραγουδούσαν, σαν σε χορωδία, τα κάλαντα
Κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι μετά τις αποδιδόμενες ευχές τα "Χρόνια Πολλά" το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα (σήμερα) είτε σε προϊόντα (παλαιότερα).


Τα κάλαντα ξεκινούν κυρίως με χαιρετισμό στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Ο μεγάλος αριθμός των διαφόρων παραλλαγών εξανάγκασε να διακρίνονται αυτά σε εθνικά και στα τοπικά ή παραδοσιακά (κατά περιοχή). Στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα έχουν καταμετρηθεί περισσότερες από τριάντα παραλλαγές μόνο στον Ελλαδικό χώρο.
Τέτοιες είναι και οι σχετικές "μαντινάδες" της Κρήτης ή "κοτσάκια" της Νάξου με σκωπτικό χαρακτήρα που ψάλλονται ως "κάλαντα".
Πολλές φορές όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές τότε τα παιδιά συνέχιζαν έξω από την οικία κάλαντα σκωπτικά επαναλαμβανόμενα:
«Αφέντη μου στη κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες,
άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν κι άλλες αυγά μαζώνουν!»


ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (ΚΡΗΤΗΣ)
Καλήν εσπέραν άρχοντες αν είναι ορισμός σας.
Χριστού τη Θεία Γέννηση να πω στ'αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρετ' η φύσις όλη.
Κερά καμαροτράχηλη και φεγγαρο μαγούλα
όπου τον έχεις τον υγιό το μόσχο κανακάρη,
λούζεις τον και χτενίζεις τον και στο σχολειό τον πέμπει:
κι ο δάσκαλος τον έδειρε μ' ένα χρυσό βεργάλι.
και η κυρά δασκάλισσα με το μαργαριτάρι
είπαμε δα για την κερά ας πούμε για τη βάγια.
Άψε βαγίτσα το κερί, άψε και το λυχνάρι
και κάτσε και ντουχιούντιζε ίντα θα μας εβγάλεις
για απάκι για λουκάνικο για χοιρινό κομμάτι
κι από τον πύρο του βουτσιού να πιούμε μια γεμάτη.
Κι από τη μαύρη όρνιθα κανένα αυγουλάκι
κι αν το' κάνε η γαλανή ας είναι ζευγαράκι.
Κι από το πιθαράκι σου ένα κουρούπι λάδι
κι αν είναι κι ακροπλιάτερο βαστούμε και τ' ασκάκι.
Φέρε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεπτοκάρυα
και φέρε και γλυκό κρασί να πιουν τα παλικάρια.
Κι αν είναι με το θέλημα άσπρη μου περιστέρα
ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε «καλησπέρα».

3.Τα Χριστόψωμα

Έθιμο των Χριστουγέννων είναι να φτιάχνουν οι νοικοκυρές τα Χριστόψωμα. Παραδοσιακό κρητικό γλυκό ψωμί που το στολίζουν με ξόμπλια. Αυτά τα στολίδια συμβολίζουν αλέτρια, ζώα πουλιά, γεννήματα της γης (γεωργική χώρα) ή πιο απλά μ΄ ένα σταυρό που συμβολίζει το μαρτύριο που έρχεται. Στα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα έδιναν καρπούς και αυγά. Στις μέρες μας δίνουν χρήματα και χριστουγεννιάτικα γλυκά. Ετοιμάζουν τηγανίτες με το μέλι για να κερνάν τους επισκέπτες. Την παραμονή των Χριστουγέννων οι άνθρωποι άναβαν το καντήλι, έκαναν την προσευχή τους και 40 μετάνοιες και ζητούσαν τις χάρες που ήθελε ο κάθε ένας από το Χριστό που θα γεννιόταν σε λίγες ώρες.
Στην παλιά Κρήτη πρόσεχαν ιδιαίτερα τα ζώα τους (Γεωργική και κτηνοτροφική χώρα) τα οποία είχαν μερίδα και στο Χριστόψωμο. Έτριβαν ένα χριστόψωμο, το ανακάτευαν με τα πίτουρα και το έδιναν στα ζώα να το φάνε, για να βλογηθούν κι αυτά. Έπαιρναν κι ένα ρίφι ή πρόβατο στο σπίτι τους γιατί θεωρούσαν πως είναι ευλογημένα μια και ήταν τα ζώα που ζέσταιναν με την ανάσα τους τη φάτνη. Υπάρχουν πολλές δοξασίες, που άλλες επικρατούν μέχρι σήμερα κι άλλες έχουν χαθεί.
Οι Kρητικοί πίστευαν πως ακριβώς τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων άνθιζε ο βασιλικός κι ας ήταν κατάξερος και γέμιζε ο τόπος από ευωδιά Άλλοι πίστευαν πως το ξημέρωμα των Χριστουγέννων ημέρευε η θάλασσα γιατί εκείνη την ώρα μετάνιωνε ο βοσκός που δεν έδωσε το πρόβατό του για τη φάτνη και τον οποίο καταράστηκε ο Ιωσήφ. Άλλοι πάλι πίστευαν πως άνοιγαν οι ουρανοί και πως αν έμενες ξύπνιος, θα έβλεπες διάφορα θαυμαστά πράγματα. Επίσης αν έκανες μια ευχή εκείνη την ώρα θα έπιανε. Πολλά πίστευαν, φτάνει να είχες αγαθή και αγνή ψυχή για να τα ζήσεις.

4.Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο
Το δέντρο, σαν χριστουγεννιάτικο σύμβολο, χρησιμοποιήθηκε μετά τον 8ο αιώνα. Εκείνος που καθιέρωσε το έλατο σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο Άγιος Βονιφάτιος, που για να σβήσει την ιερότητα που απέδιδαν οι ειδωλολάτρες στη δρυ, έβαλε στη θέση του το έλατο, σαν σύμβολο χριστιανικό και ειδικότερα σαν σύμβολο των Χριστουγέννων.

Φυσικά, στο πέρασμα των αιώνων, το νόημα του χριστουγεννιάτικου δέντρου πήρε αναρίθμητες μορφές. Κι αρχικά, για να συμβολίσει την ευτυχία που κρύβει για τον άνθρωπο η γέννηση του Χριστού, άρχισε να γεμίζει το δέντρο-σύμβολο με διάφορα χρήσιμα είδη- κυρίως φαγώσιμα κι αργότερα ρούχα κι άλλα είδη καθημερινής χρήσης, συμβολίζοντας έτσι πρακτικά την προσφορά των Θείων Δώρων, για να εξελιχτεί προοδευτικά σ' ένα απαραίτητο διακοσμητικό είδος της μέρας αυτής, που αργότερα πήρε και τη θέση της "Δωροθήκης"- του χώρου δηλαδή που σ' αυτόν τοποθετούσαν οι συγγενείς και φίλοι τα δώρα τους ο ένας για τον άλλο.
Ο Τσαρλς Ντίκενς για την Αγγλία , ο συγγραφέας εκείνης της εποχής, φρόντισε να ξαναπάρουν τα Χριστούγεννα την παλιά χαρούμενη γιορταστική μορφή τους, όσο κανένας άλλος. Κι αν σήμερα σ' ολόκληρο τον κόσμο το χριστουγεννιάτικο δέντρο θυμίζει αυτή τη μέρα, αυτό σίγουρα οφείλεται στον Ντίκενς, που σε διάφορα έργα του και πιο πολύ ακόμα στις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του, το προβάλλει σαν βασικό χριστουγεννιάτικο σύμβολο.
Στην πατρίδα μας, το χριστουγεννιάτικο δέντρο το έφεραν για πρώτη φορά στην Αθήνα οι Βαυαροί, και από τότε συνηθίζεται να προτιμάται στις ορεινές περιοχές αντί του νησιώτικου καθιερωμένου καραβιού

5.Τα καρακατζόλια
Η κρητική άποψη για τα καρακατζόλια είναι ότι τα παιδιά που γεννιούνται την ημέρα τω Χριστουγέννω (άρα έχουνε συλληφθεί την ημέρα του Ευαγγελισμού, που καλό είναι, από σεβασμό στην Παναγία, να αποφεύγει κανείς την ερωτική πράξη) μεταμορφώνονται σε καρακατζόληδες κάθε χρόνο την παραμονή των Χριστουγέννων και, την ημέρα τ’ Αγιασμού (όπου ο καθαγιασμός της φύσης διώχνει όλα τα κακά –αρχαία δοξασία κι αυτό), ξαναγίνονται άνθρωποι –αυτό συνεχίζεται κι όταν μεγαλώνουν.
(Από το περιοδικό του Ρεθύμνου «Πολιτεία»)
6.Οι καλικάντζαροι

Οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, τριχωτοί, με ουρά και μακριά χέρια. Ζουν στα έγκατα της γης και με ένα μεγάλο πριόνι αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο που κρατά στη θέση της τη γη. Ο στύλος όμως είναι πολύ χοντρός και γι αυτό χρειάζεται μεγάλη και μακρόχρονη προσπάθεια.
Τις παραμονές των Χριστουγέννων τα έχουν σχεδόν καταφέρει και το στήριγμα της γης είναι έτοιμο να κοπεί και να πέσει. Χαρούμενοι που τα κατάφεραν επιτέλους, οι καλικάντζαροι βγαίνουν επάνω τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και για να μην σωριαστεί η γη στα κεφάλια τους.
Οι καλικάντζαροι είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από κάθε τρύπα. Φοβούνται πολύ το φως και γι' αυτό τη μέρα κρύβονται. Βγαίνουν όμως από τους κρυψώνες τους τη νύχτα και πειράζουν τους ανθρώπους. Μικρά και ευκίνητα, καθώς είναι, μπαίνουν στα σπίτια απ' όπου βρουν. Από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών.
Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο.
Η ονομασία Καλικάντζαροι προέρχεται από το επίθετο «καλός» και από το «κάνθαρος». Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στην αρχαιότητα. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του ‘Aδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.
Ετσι και σήμερα, οι καλικάντζαροι εξαφανίζονται τα Φώτα με τον αγιασμό των νερών. Φεύγουν τότε λέγοντας: «Φεύγετε να φεύγουμε κι έφτασε ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του...»

ΕΘΙΜΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

7. Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κρήτης


Ταχειὰ ταχειά ν᾿ ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ τοῦ Γεναρίου,
αὔριο ξημερώνεται τ᾿ ἁγίου Βασιλείου.
Πρῶτα ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός,
-ἅγιος καὶ πνευματικός-
στὴ γῆ νὰ περπατήσει,
ἐβγῆκε καὶ χαιρέτησε ὅλους τοὺς ζευγολάτες.

Τὸν πρῶτο ποὺ χαιρέτησε ἦτον Ἅγιο Βασίλης
-Καλῶς τὰ κάνεις Βασιλειό, καλὸν ζευγάριν ἔχεις.

-Καλὸ τὸ λὲς ἀφέντη μου καλὸ καὶ εὐλογημένο,
ποὺ τὸ ῾βλογᾶ ἡ χάρη σου μὲ τὸ δεξιό σου χέρι,
μὲ τὸ δεξιὸ μὲ τὸ ζερβὸ μὲ τὸ μαλαματένιο.
-Γιὰ πές μου Ἅη Βασίλη μου πόσα μουζούρια σπέρνεις;
-Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δέκα πέντε
ταὴ καὶ ρόβι δεκαοχτὼ κι ἀπὸ νωρὶς στὸ στάβλο.
Ἐθέρισα κι ἁλώνεψα κι ἔκαμα χίλια μόδια
και τὰ κορκοσκινίσματα χίλια καὶ πεντακόσια.
Ματ᾿ ἄλλα δὲν ἐμέτρησα γιατί Χριστὸς ἐπέρνα.
Καὶ κειὰ ποὺ στάθην᾿ ὁ Χριστὸς χρυσὸν δεντρὶν ἐβγῆκεν,
καὶ κειὰ ποὺ μεταπάτησε χρυσὸ κυπαρισσάκι
ποὖχε στὴν μέση τὸν σταυρὸ καὶ στὴν κορφὴ τὴν βρύση.
Στὰ μεσοκλωναράκια του πέρδικα κακαρίζει.
-Κακάριζε κακάριζε πέρδικα κορωνάτη,
μὰ ἐπὰ τὸν ἔχουν τὸν ὑγιό, τὸ μοσχοκανακάρη...

8.Το Ποδαρικό Η παράδοση λεει πως την Πρωτοχρονιά το πρώτο πράγμα που πρέπει να δεις είναι βουνό κι ένα υγιή γείτονά σου, έτσι ώστε κι εσύ να ζήσεις με υγεία και πολλά χρόνια, τόσα όσο και τα βουνά. Αν δεις θάλασσα τότε θα είσαι συνέχεια ταραγμένος όπως κι η θάλασσα. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς ο άντρας του σπιτιού πάει να φέρει νερό σε ένα σταμνί και μια πέτρα. Με το νερό ραντίζει το εξωτερικό και εσωτερικό του σπιτιού λέγοντας: «Όπως τρέχει τούτο το νερό έτσι να τρέχουν και τα καλά στο σπίτι μου». Την πέτρα τη βάζει κάτω από το κρεβάτι λέγοντας: «Όπως είναι γερή τούτη η πέτρα έτσι να είναι γερό και το σπίτι μου». Η πέτρα μένει κάτω από το κρεβάτι ως τα Φώτα. Το πρωί της πρωτοχρονιάς η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία. Μαζί τους παίρνουν μια εικόνα του σπιτιού, η οποία αφού λειτουργηθεί θα κάνει το ποδαρικό στο σπίτι. Το έθιμο του ποδαρικού έχει μεγάλη σημασία στην Κρήτη. Ποδαρικό σημαίνει: Ο πρώτος άνθρωπος που θα πατήσει με το πόδι του (ποδαρικό) στο σπίτι μετά την είσοδο του νέου χρόνου. Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι τυχερός για να φέρει τύχη στο σπίτι και να πατήσει πρώτα με το δεξί του πόδι για να πάνε όλα δεξιά δηλ. καλά. Τυχερός θεωρείται ο νοικοκύρης ή ένα παιδί που να ζουν και οι δύο του γονείς.

9.Η Καλή Χέρα
Συνηθίζεται να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά που θα επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά. Συνήθως πρόκειται για τα εγγόνια ή τα ανίψια.
Μερικές δεκαετίες παλιότερα, η «καλή χέρα» ήταν το μόνο δώρο που έπαιρναν τα παιδιά την Πρωτοχρονιά και σε πολλές περιπτώσεις ήταν απλά ένα κέρασμα μια κι ούτε χρήματα υπήρχαν πολλά, αλλά ούτε μαγαζιά με παιγνίδια.

10.Κρομύδα για Γούρι

Το σκυλοκρέμμυδο ή κρεμύδα (Scilla maritima) είναι συνηθισμένο φυτό στην Κρήτη. Φυτρώνει άγριο και μοιάζει με μεγάλο κρεμμύδι. Τα ζώα δεν το τρώνε γιατί έχει δηλητήριο, που μπορεί να προκαλέσει δερματικό ερεθισμό από επαφή. Ακόμα και να το βγάλεις απ' τη γη και να το κρεμάσεις, δεν παύει να βγάζει νέα φύλλα και άνθη. Ο λαός πιστεύει ότι αυτή τη μεγάλη ζωτική του δύναμη μπορεί να τη μεταδώσει σε έμψυχα και άψυχα, γι' αυτό την πρωτοχρονιά κρεμούν σκυλοκρέμμυδο στα σπίτια τους.
Πρόκειται για αρχαίο έθιμο καλοτυχίας που αναφέρεται ήδη από τον 6 ο αιώνα π.Χ., αλλά σήμερα τείνει να εγκαταλειφθεί.
11.Tα Αγια Θεοφάνια ή Φώτα
Ο πρώτος αγιασμός των Θεοφανίων, «η πρωτάγιαση ή φώτιση», γίνεται την παραμονή της γιορτής στην εκκλησία. Ύστερα ο παπάς παίρνει ένα ένα τα σπίτια με το Σταυρό στο χέρι και ραντίζει μ' ένα κλωνί βασιλικό όλους τους χώρους του σπιτιού. Από τον Μεγάλο Αγιασμό  ο παπάς θα φυλάξει ένα μπουκάλι  στο Ιερό της εκκλησίας για να χρησιμοποιηθεί από τους νηστεύοντες χριστιανούς τη Μεγάλη Παρασκευή,  (ο αγιασμός, , δεν χαλάει όσα χρόνια κι αν μείνει, αν όμως η νοικοκυρά θέλει να κρατήσει στο σπίτι της Μεγάλο Αγιασμό πρέπει, κατά την παράδοση, να του ’χει μέρα νύχτα καντήλι αναμμένο και, όποιος πιει, να ’χει νηστέψει τρεις μέρες το λάδι).

12.Τα φωτοκόλλυβα

Την παραμονή τ’ Αγιασμού παρασκευάζονταν τα φωτοκόλλυβα , νηστίσιμο φαγητό από βρασμένο στάρι, φασούλια, φάβα και άλλα μαγερέματα (όσπρια), από τα οποία έτρωγαν χωρίς λάδι και οι άνθρωποι (επειδή, όπως είπαμε, προετοιμάζονταν να πιουν Μεγάλο Αγιασμό) και τα ζώα του σπιτιού, ιδίως οι όρθες (κότες) και τα ζευτικά (βόδια), γιατί κι αυτά, που είναι οι πολύτιμοι βοηθοί τ’ αθρώπου, έχουν το δικαίωμα να απολαύσουν το μαξούλι (το προϊόν της γης). «Ο Θεός του βουγιού (του βοδιού) είναι ο άθρωπος», έλεγαν οι παλιοί (γιατί από τον άνθρωπο εξαρτάται η επιβίωση του οικόσιτου ζώου), γι’ αυτό ο άνθρωπος έχει ευθύνη απέναντι στα ζώα του νοικοκυριού του –και ανάλογα με το πώς θα τους φερθεί θα ’ναι κι η χρονιά που τον περιμένει, καλή ή κακή!





2 σχόλια:

  1. Χρονια Πολλα....με υγεια, ευτυχια και χαρα!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θησαυρός οι πληροφορίες που μας παρέχεις φίλε μου. Πολλές από αυτές τις συνήθειες άγνωστες μια και σιγά σιγά χάνονται έχοντας χάσει τον τελετουργικό τους χαρακτήρα.
    Εθιμα που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με τη φύση, με τις αγροτικές ενασχολήσεις των ανθ΄ρωπων αλλά και με την έννοια της κοινότητας όπως η αλληλοβοήθεια που αναφέρεις στο σφάξιμο του χοίρου.
    Σε ευχαριστώ πολύ για την όμορφη μαντινάδα σου. Εύχομαι Καλές γιορτές πάντα με υγεία και γαλήνη για σένα και τους αγαπημένους σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή