Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Παραμύθι για μεγάλους ....από τη λαική μας παράδοση



  
Χριστούγεννα έρχονται και είπα για φέτος να σας αφιερώσω ένα παραμύθι ... παραμύθι για μεγάλα παιδιά, άλλωστε ο κρύος και βροχερός καιρός ευνοεί να ξεδιπλωθούν αναμνήσεις αλλοτινών καιρών τότε που οι άνθρωποι στις βεγγέρες τους αράδιαζαν ιστορίες που μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά.  Η ιστορία δεν είναι χριστουγεννιάτικη , αλλά θυμάμαι τέτοιες μέρες που μας την έλεγε η θειά μου η Καλλιόπη. Την είχα σχεδόν ξεχάσει ώσπου την βρήκα ψάχνοντας στο διαδίκτυο από τον λαογράφο Μπάμπη Δερμιτζάκη μου άρεσε και την αναδημοσιεύω.

Αντί προλόγου
 Ποιος είπε πως τα παραμύθια είναι μόνο για μικρά παιδιά; Υπάρχουν παραμύθια και για μεγάλους· ή μάλλον υπήρχαν, γιατί τα παραμύθια αυτά δεν «λειτουργούν» πια, υπάρχουν μόνο σαν στοι­χεία λαϊκής παράδοσης που η λαογραφία αγωνίζεται να καταγράψει πριν εξαφανισθούν.
     Ένα από τα στοιχεία που διακρίνουν αυτά τα παραμύθια είναι ο σύντομος, αποφθεγματικός και καμιά φορά, αινιγματικός λόγος. Τα διακρίνει επίσης η επανάληψη, όπως το δημοτικό τραγούδι. Παρατηρούμε ακόμη ότι στις λαϊκές αφηγήσεις σπανίζει ο πλάγιος λόγος. Έτσι η αφήγηση παίρνει δραματική ζωντάνια, καθώς επαναλαμβάνονται αυτούσια τα λόγια των δρώντων προσώπων.




Το Παραμύθι
     Ήτανε μια φορά ένας νεαρός, που 'θελε να βρει μια κοπελιά του γούστου του, που να ταιριάζουνε οι χαρακτήρες τους, να τόνε καταλαβαίνει και να τήνε καταλαβαίνει, για να τη παντρευτεί. Σηκώνεται λοιπόν μια ταχυνή, παίρνει τη μαγκούρα του και ξεκινά για το ταξίδι. Στο δρόμο που επήγαινε συναντά ένα γέρο.
 -"Ώρα καλή σου μπάρμπα», του λέει.
 -"Καλώς το παλικάρι. Για πού με το καλό";
 -"Πάω στο χωριό που έχω μια δουλειά".
 -"Κι εγώ εκειά πάω".
    
 Επηγαίνανε, επηγαίνανε και ξαφνικά πέφτουνε πάνω σε μια μερτακωνιά (μυρτιές). 
Λέει ο γέρος:
 -"Από επαέ δα θα μπω ένας και δυο θα βγω".
 Μπαίνει λοιπόν μέσα στις μερτιές, και σε λίγο βγαίνει έξω κρατώντας ένα χοντρό ραβδί. Επηγαίνανε, επηγαίνανε και σαν εφτάξανε στο χωριό του λέει:

 -"Δεν έρχεσαι παιδί μου να πάμε ίσαμε το σπίτι μου να πιούμε μια ρακή";
 -"Να 'ρθω μπάρμπα", απαντάει ο νεαρός. 
Πηγαίνουνε λοιπόν στο σπίτι του. Ο γέρος είχε μια κόρη κι όταν εφτάξανε, πήγε να τους ανοίξει την αυλόπορτα.
 -"'Αμαχα κι ατάραχα, καλη­σπέρα τση αφεντιάς σου", καλησπερίζει ο νεαρός.
 -"Είχαμε μα εψόφησε, καλησπέρα τση αφεντιάς σου", απαντά η κοπέλα. (Δηλαδή πολύ ήσυχη προϋπάντηση, δεν ήλθε κανείς σκύλος να μας γαυγίσει, λέει ο νεαρός κι η κοπέλα του απαντά ότι είχανε μα ψόφησε). Μπαίνουνε μέσα, κάθονται και πηγαίνει η κοπελιά και φέρνει τσι ρακές. Τηνε ξανοίγει καλά καλά ο νεαρός και λέει.
 -"Έδε σπίτι σπιτωσά, μα 'χει αρά δοκαρωσά" (καλή είναι δηλαδή η κοπέλα, μα έχει αραιά δόντια).
 -"Μα 'ναι σίγουρα ας είναι κι αρά", απαντάει η κοπελιά.
     "Μωρέ ετουνηνιέ σαν να μου κάνει", σκέφτεται ο νεαρός.
 -"Μωρέ καμινωσά κεινιέ, μόνο πως παραστραβίζει", λέει πάλι σε λίγη ώρα ο νεαρός (η μύτη της ήταν λίγο στραβή).
 -"Μα ντρέτα (ίσια) βγάζει τον καπνό κι ας παραστραβίζει κιόλας", απαντά η κοπελιά. 

Επείστηκε ο νεαρός ότι αυτή ήταν η κοπέλα που ζητούσε. Εκάτσανε, εφάγανε, εσυνεννοηθήκανε, ήδωκε ο νεαρός το λόγο του να την πάρει.
 -"Φεύγω δα εγώ", λέει ο νεαρός, "να πάω στο χωριό μου κι ό,τι μιλήσαμε, αν είναι τυχερό θα γενεί". 

Σηκώνεται λοιπόν να πάει στο χωριό του. Σε λίγες μέρες λέει να πέψει πεσκέσι στη κοπελιά. Πιάνει λοιπόν και γεμίζει ένα ασκί κρασί, βράζει ένα πετεινό και τόνε ντρουβαδιάζει (τον βάζει στον τρουβά) παίρνει και ένα γουλίδι τυρί και τριάντα κριθινοκουλούρες, τα δίνει στο φαμέγιο του και του λέει να τα πάρει και να τα πάει στο σπίτι τση κοπελιάς.

 -"Δώσε τση πολλά χαιρετίσματα", του λέει, "και να τση πεις πως το αφεντικό μου μού 'πε να σου πως πως τριαντάρης είναι λέει ο μήνας, σώγυρό 'ναι το φεγγάρι κι ο που φέρνει την ημέρα στη πετσέτα  'ναι δεμένος και του τράγου το δερμάτι, τσίτα κόρδα  'ναι γεμάτο".
    

 Σηκώνεται λοιπόν ο φαμέγιος και ξεκινά για το σπίτι τση κοπελιάς. Στο δρόμο όμως βρίσκει παρέα κι εκάτσανε κι εφάγανε το μισό γουλίδι το τυρί, ολόκληρο τον πετεινό, ήπιανε το μισό κρασί κι εφάγανε και τσι μισές κουλούρες. Πηγαίνει λοιπόν στση κοπελιάς, τση δίνει αυτά που περισσέψανε και τση λέει:

 -"Χαιρετι­σμούς πολλούς από τον ντεληκανή σου, μού  'δωκέ αυτονέ το πεσκέσι να σου το κρατώ και μού 'πε να σου πω πως τριαντάρης είναι λέει ο μήνας, σώγυρό 'ναι το φεγγάρι κι ο που φέρνει την ημέρα, στην πετσέτα 'ναι δεμένος, και του τράγου το δερμάτι τσίτα κόρδα 'ναι γεμάτο".


     Θωρεί η κοπελιά το πεσκέσι κι εκατάλαβε ότι ο φαμέγιος κάπου ήκατσε κι ήφαγε αυτά που λείπανε. Του βάνει λοιπόν να φάει, τον περιποιείται κι όταν ήτανε να φύγει του λέει.


 -"Ευχαριστώ πολύ για το πεσκέσι να πεις στο αφεντικό σου και να του πεις ακόμη πως δεκαπεντάρης είναι ο μήνας (είχε φάει δηλαδή τις μισές κουλούρες), εμισό 'ναι το φεγγάρι (και το τυρί μισό), του τράγου το δερμάτι, ντάντουλα προς ντάντουλα(το ασκί δηλαδή νταντουκλούσε, επειδή δεν ήταν καλά γεμάτο) κι ο που φέρνει την ημέρα μουδ' εκούστη μουδ' εφάνη (εξαφανίστηκε δηλαδή ο πετεινός), και πες του ακόμη πως αν αγαπά την πέρδικα, τον κόρακα μη δείρει".


     Γυρίζει λοιπόν ο φαμέγιος στο χωριό, βρίσκει τ' αφεντικό του και του λέει:

 -"Χαιρετισμούς πολλούς από την κοπελιά σου και μου ’πε να σου πω πως δεκαπεντάρης είναι λέει ο μήνας, εμισό 'ναι το φεγγάρι, του τράγου το δερμάτι, ντάντουλα προς ντάντουλα, κι ο που φέρνει την ημέρα, μουδ' εκούστη μουδ' εφάνη".


 -"Α, ετσά λοιπόν, μουδ' εκούστη μουδ' εφάνη, στάσου δα κερατά κι εγώ θα σε καταστέσω" λέει τ' αφεντικό και τον αρπά και τον τουλουμιάζει στο ξύλο.

 Απάνω που τις έτρωγε, θυμάται ξαφνικά ο φαμέγιος.

-"Στάσου αφεντικό να σου πω κι είντα άλλο μου 'πε. Αν αγαπάς λέει την πέρδικα, τον κόρακα μη δείρεις".
 -"Ε, καλά να πάθεις κερατά", του λέει το αφεντικό, "γιάντα δε μου το 'λεγες πιο πρώτα, εδά, ήφαές τσι".



Καλά  Χριστούγεννα & Ευτυχισμένος ο Καινούργιος Χρόνος !!!